ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Πεμ Οκτ 01, 2009 3:01 am

Ο Σεπτέμβρης ετοιμάζεται να μας αποχαιρετήσει. Ένας νέος μήνας μπαίνει αύριο, ο Οκτώβρης, και το ΔΩΔΕΚΑΤΟ ΒΙΒΛΙΟ θα τον καλωσορίσει με τι άλλο; με όμορφες λογοτεχνικές σελίδες που θυμίζουν Οκτώβρη. Και συγκεκριμένα, διηγήματα αφιερωμένα στην 28η Οκτωβρίου, τη μεγάλη εθνική γιορτή που αποτελεί σύμβολο αυτού του μήνα.
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Πεμ Οκτ 01, 2009 3:32 am

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ

του Βασίλη Ρώτα

Από την Ανθολογία Ελληνικού Παιδικού Διηγήματος - Τόμος Ε΄
Επιμέλεια Άλκη Τροπαιάτη - Δημήτρη Γιάκου
Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδης & ΣΙΑ

Είχε κατέβει ο Θεός κάτου, ο θαλασσόθεος, και συντάραζε τη θάλασσα και σάρωνε τον τόπο ημερόνυχτα. Οι άνεμοι, ξαπολυμένοι, εδιώχνανε κι απ' το πέλαγο κι απ' τη στεριά και πλεούμενα κι ανθρώπους και ζωντανά, ξερίζωναν δέντρα και μπαίνανε ως και μέσα στα σπίτια και ούρλιαζαν. Κάποτε ο μαυροσύννεφος ο νοτιάς πήρε να ξεθυμάνει, το βράδυ γλάρωσε κι όλη νύχτα μόνο η θάλασσα ανταρευότανε ακόμη και βόγγαγε.
Οι πρώτοι άνθρωποι που βγήκανε χαράματα στο γιαλό, βρήκανε τον πνιμένο τουμπανιασμένον πάνω στα φύκια και στα κλαριά. Τα 'χε όλα ξεράσει το κύμα, που φούσκωνε ακόμη και ξέρναγε αφρούς, αγκαλά ξελιγωμένο πια κι αποκαμωμένο.
Ένας πνιμένος στο ακρογιάλι, σε μικρό χωριό, φέρνει μεγάλη ταραχή στους ανθρώπους. Αμέσως το μαθαίνουνε όλοι και συνάζονται γύρω στο κουφάρι με περιέργεια, θλίψη και συμπόνια. Ετούτος φαινότανε άντρας μεσόκοπος, μα η θάλασσα τον είχε δείρει πολύ πριν τονέ πετάξει έξω και του 'χε χαλάσει τη μορφή, σε τρόπο που δεν έδειχνε πολλά σημάδια γνώρας. Κι η φαντασία τω χωριάτωνε βάλθηκε αυτή να τρέξει μακριά για να πιάσει το σουλούπι, τη νιότη, την αντρειά του πνιμένου και τις σχέσεις του με τον κόσμο.
Κι όπως όλοι τους ήτανε θλιμμένοι κι από δικά του ο καθένας, από τον χαλασμό κι από την πείνα, γιατί ο πόλεμος δεν είχε αφήσει σπίτι που να μην το ΄χε κάψει στην καρδιά, οι φαντασίες με πολύ μαύρα μάτια είδανε το άγνωστο κουφάρι που κειτότανε εκεί, πάνω στα φύκια, ξεχαρβαλωμένο και φουσκωμένο, σαν μεθυσμένο κι αδιάντροπο. Σαν να βλαστήμαγε τη ζωή. Σαν να μούντζωνε και τον ουρανό τον ολογάλανο, που έπιανε να τονέ χρυσώσει ο λαμπρός απριλιάτικος ήλιος, και τη θάλασσα που καταλάγιαζε λιποθυμισμένη, και το αγέρι που κατέβαινε από τις κορφές τις γεράνιες και τις πράσινες πλαγιές γύρω, μοσκοβολημένο από θυμάρι κι αγριοβιολέτα, και τα πουλιά που πετούσανε λαλώντας στον γλαρόν αθέρα, και τους ανθρώπους γύρω του, που τονέ κοιτάζανε με σκυμμένα μούτρα και μάτια ανήσυχα και φοβισμένα.
Επιτέλους ήρθε κι ο χωροφύλακας κι όλοι του κάμανε τόπο να περάσει μπροστά. Κοίταξε πρώτα με προσοχή το κουφάρι, από το μπρουμυτισμένο κεφάλι του ως τ' ανακλαδισμένα κανιά του, ύστερα πρόσταξε δυο χωριάτες να το γυρίσουν ανάποδα. Η φορεσιά του έμοιαζε στολή.
"Στρατιώτης ήτανε", είπε ο χωροφύλακας. Κι όλοι οι παραστεκούμενοι αναστενάξανε κι οι γυναίκες πιο πίσω λουχτούκιασαν.
"Για ψάχτε του τις τσέπες", πρόσταξε πάλι ο χωροφύλακας.
Κι οι δυο χωριάτες, που προθυμήθηκαν να βάλουνε χέρι στον πνιμένο, αρχίσανε τώρα να τονέ ξεκουμπώνουνε, να χώνουνε τα χέρια τους μέσ' στις τσέπες του, να τραβάνε από κει πράματα και να τα δίνουνε του χωροφύλακα.
"Το ρολόι του", είπε ο ένας, ξεθηλυκώνοντας ένα ρολόι απ' τον αρμό του πνιμένου.
Πάλι λουχτούκιασαν οι γυναίκες. Μα οι άντρες και τα παιδιά γέλασαν, γιατί αυτός που ξεθηλύκωσε το ρολόι, πριν το παραδώσει στο απλωμένο χέρι του χωροφύλακα, το 'βαλε στ΄αυτί του για να δει αν δουλεύει.
"Τι ώρα λέει; Να βάλουμε όλοι τα ρολόγια μας!" ρώτησε φωναχτά ένας χωρατατζής, και το αστείο του δεν έμεινε αναπάντητο από γέλια.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Πεμ Οκτ 01, 2009 3:46 am

ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Ωστόσο η βαρυθυμία έπαιρνε αμέσως το πάνω χέρι, πνίγοντας το γέλιο, όπως είχε πνίξει η θάλασσα τον άνθρωπο, που, ανακλαδισμένος χάμω, άφηνε να τονέ ψάχνουνε τα χωριάτικα χέρια.
Δεν άργησαν οι παλάμες του χωροφύλακα να γεμίσουνε με πράματα, το ρολόι, ένα σουγιά, ένα μαντιλάκι, μια φυλλάδα διπλωμένη, ένα μολύβι, μια τσατσάρα, ένα πορτοφόλι φουσκωμένο σαν τον ιδιοχτήτη του και ξεκοιλιασμένο, που μισοφαινόντουσαν μέσα του χαρτιά και χρήματα, ένα μάτσο γράμματα.
Ο χωροφύλακας τ' άδειασε όλα μέσα σ' ένα σακίδιο που 'χε κρεμασμένο στο πλευρό του. Κράτησε μόνο τα χαρτιά κι άρχισε να τα εξετάζει, ψάχνοντας για την ταυτότητα του πνιμένου. Ξεφυλλίζοντας τα μουσκεμένα γράμματα, διάβαζε κιόλας φωναχτά: "Αγαπητή μου Ελενίτσα..."
"Γράμμα στη φιλενάδα του!" φώναξε ο χωρατατζής και γέλασαν τα παιδιά.
Ο χωροφύλακας ξεδίπλωσε δεύτερο γράμμα και διάβασε πάλι: "Αγαπητή μου Ελενίτσα...", ύστερα τρίτο, τέταρτο κι όλα άρχιζαν με το "Αγαπητή μου Ελενίτσα".
"Διάβασε και παρακάτω!" ξεστόμισαν μερικοί.
Ο χωροφύλακας κράτησε το τελευταίο, να διαβάσει και παρακάτω. Και η δική του πια περιέργεια και ολονώνε είχε φουντώσει. Η φαντασία του καθενού είχε πλάσει από τ' άφαντο χάος μια ξέχωρη μορφή γι' αυτή την Ελενίτσα. Άλλος την έβλεπε φιλενάδα, άλλος γυναίκα στεφανωτή, άλλος Ελενάρα, άλλος Ελέγκω, καθένας με τον τρόπο του και την πείρα του.
Ο χωροφύλακας διάβασε φωναχτά ως το τέλος το ακόλουθο γράμμα:
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Παρ Οκτ 02, 2009 12:54 am

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

"Αγαπητή μου Ελενίτσα,
Σου 'χω γράψει γράμματα, παιδί μου, κάθε μέρα σου γράφω, χωρίς να σου στείλω ακόμη κανένα, γιατί δεν τα κατάφερα. Κι η ελπίδα που είχα να σου τα στείλω, τώρα χάθηκε ολότελα, γιατί πιάστηκα αιχμάλωτος. Όμως, πάλι σου γράφω το τελευταίο χαρτί που έχω κι ίσως βρω καμιάν ευκαιρία. Τώρα μας εβάλανε στο πλοίο για να μας πάνε στα μέρια τους. Έτσι λένε πολλοί, μα κανείς δεν ξέρει για πού ταξιδεύουμε. Τ' αεροπλάνα έρχονται ολοένα από πάνω μας και μας ρίχνουνε. Κι ολοένα οι καρδιές μας λαχταρίζουνε, τώρα θα μας βουλιάξουνε.
Βλέπουμε τη στεριά να φεύγει λίγο λίγο και να χάνεται απ' τα μάτια μας. Παιδί μου, Ελενίτσα μου, ο νους μου είναι σε σένα, που έμεινες μάνα στο σπίτι, να κοιτάξεις και τ' αδέρφια σου, κι είσαι ακόμη τόσο μικρή. Από την ημέρα που 'λαβα το γράμμα σου το πικραμένο, που μου 'γραφες τη θανή της μητέρας σου, μέρα νύχτα εσένα συλλογίζομαι και κλαίω.
Μόλις είχαμε σχολάσει τη μάχη κι ήμουνα ζωντανός ακόμη κι άβλαβος κι έτρωγα ευχαριστημένος το ψωμί μου, ήρθε, παιδάκι μου, το γράμμα σου με τη μαύρην είδηση που με λάβωσε κατάκαρδα.
Καλύτερα έλεγα να μ' είχε πάρει εμένα ο χάρος, όπως τόσους και τόσους συντρόφους μας και χωριανούς μας, παρά που πήρε τη μητέρα σου. Γιατί αυτή χρειαζότανε σε σένα και τ' αδέρφια σου, που είναι ακόμη μικρούλια και πώς θα ζήσουνε.
Μου 'γραφες, παιδί μου, να κάνω καρδιά και σπάραξε η ψυχή μου, που μου 'δινες εσύ θάρρος, εσύ το άπλερο και μικρό κοριτσάκι. Παιδάκι μου, να τηράξεις τ' αδέρφια σου και να τους σταθείς εσύ μάνα πονετικιά. Να μη ζητήσεις τη βοήθεια κανενού χωριστά, παρά όλου του χωριού. Να μην εμπιστευτείς, παιδί μου, ούτε τον παπά, ούτε τον πρόεδρο χωριστά να σε βοηθήσουνε κι ούτε κανένα συγγενή, παρά να πέσεις στο έλεος του χωριού.
Να βγεις, παιδί μου, στην εκκλησία, μέσ' στη μέση, και να τονέ φωνάξεις τον πόνο σου. Να έχεις μαζί σου και όλα τ' αδερφάκια σου, να φωνάξετε όλα μαζί και να ειπείτε:
"Χωριανοί, η μάνα μας πέθανε, ο πατέρας μας είναι στον πόλεμο, εμείς είμαστε πεντάρφανα, το χωριό να μας φροντίσει κι εμείς εδώ του χωριού είμαστε."
Μέσα στην απελπισιά μου, εσύ παιδάκι μου, που 'δειξες μυαλωμένο και πονετικό, εσύ είσαι το μοναχό στήριγμα της καρδιάς μου, εσύ είσαι το μοναχό φως μέσα στο σκοτάδι που βρίσκομαι.
Να πολεμήσεις, παιδί μου, για τ' αδέρφια σου. Να τηράξεις τους άλλους, να μην τηράξεις τον εαυτό σου. Να μη ζηλέψεις καθόλου τις χαρές και τις ομορφιές και τα στολίσματα για τον εαυτό σου και παρατήσεις τ' αδέρφια σου που από σένα κρέμονται τώρα.
Σου 'πεσε μεγάλο βάρος, πουλάκι μου, Ελενίτσα μου, πάνω στις τρυφερές σου πλάτες, το χρέος της μάνας μαζί και του πατέρα. Να το νιώσεις, βασανισμένο μου, και να σταθείς σ' αυτό το χρέος πιστή, έτσι να ιδούμε καλήν αντάμωση. Να μη γυρίσω, παιδάκι μου, πίσω και σας βρω σκόρπια και ντροπιασμένα.
Εγώ, από δω που βρίσκομαι, εσάς έχω ελπίδα για να παλέψω, και κάθε μου παλμός και κάθε πνοή μου θα παίρνει δύναμη από σένα, άπλερο πουλί μου, που θ' αγωνίζεσαι μέσα σ' αυτή τη συφορά για το καλό και για την προκοπή. Κι όταν ανταμωθούμε όλοι μας χαρούμενοι..."
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΝΙΓΜΕΝΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Παρ Οκτ 02, 2009 1:10 am

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Εδώ σταμάτησε το διάβασμα, γιατί δεν είχε συνέχεια. Ο χωροφύλακας γύρισε τα μάτια του στους παραστεκάμενους κι όλοι κλαίγανε, οι γυναίκες γοερά, οι άντρες σκυφτοί και σαν ντροπιασμένοι. Ως και τα παιδιά στεκόντουσαν συλλογισμένα, Κάποιος εφώναξε και είπε:


"Αυτός ο πνιμένος είναι δικός μας, κι αυτή η Ελενίτσα και τα παιδιά του τ' άλλα, δικά μας είναι! Πρέπει εμείς να τα φροντίσουμε."


"Ναι, ναι," φώναξαν όλοι "να φροντίσουμε να τα βρούμε".


Κι άρχισε συζήτηση σ' όλη τη σύναξη εκεί γύρω στον πνιμένο. Όλοι φωνάζανε κι ο καθένας επρόσθετε κι από μια γνώμη, πώς να κάμουνε ν' ανακαλύψουνε το χωριό και το σπίτι του πνιμένου, πώς να στείλουνε επίτηδες ανθρώπους με έξοδα του χωριού τους, να ταξιδέψουν, - όλη την Ελλάδα στην ανάγκη, για να βρουν αυτή την Ελενίτσα, να τη βοηθήσουνε. Άλλος επρόσθετε, "να τα πάρουμε αυτά τα παιδιά και να τα φέρουμε εδώ στο χωριό μας, να τα κάμουμε δικά μας". Άλλος εφώναζε: "Αυτά τα γράμματα να τα φυλάξουμε καλά, για να τα πάμε του κοριτσιού". Άλλος είπε: "Να τα τυπώσουμε στην εφημερίδα, να τα διαβάσει όλος ο κόσμος!"


Έτσι, με ταραχή και συγκίνηση και γενική προθυμία να εχτελέσουνε τις εντολές του πνιμένου, πέρασαν οι χωριάτες εκείνη την ημέρα τους. Όμως τι κάμανε, πώς τέλειωσε αυτή η ιστορία, αν το χωριό αυτό έβαλε σε πράξη την πρώτη ορμή που 'λαβε απ' το γράμμα του πνιμένου, ή αν και το λείψανό του και το γράμμα του πήρανε τον φυσικό τους δρόμο, εκείνο για μιαν άκρη στο νεκροταφείο, κι εκείνα για μιαν άκρη στην ντουλάπα της ανάκρισης, δε μαθεύτηκε. Πολλές είναι οι έγνοιες κι οι λαχτάρες της ζωής, έτσι που, ως να γίνει το 'να περιστατικό, άλλα απανωτά έρχονται και τα πλακώνουνε, σαν τα κύματα στο γιαλό, που ως να ιδείς καλά καλά το πρώτο κύμα, δεύτερο, τρίτο από κοντά έρχεται και κουκουλώνει τ' άλλα, και το μόνο που νιώθεις βαριά είναι η αντάρα και το άφρισμα του πελάγου.




ΤΕΛΟΣ

avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Απ: ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Δημοσίευση από Admin Την / Το Σαβ Οκτ 03, 2009 3:57 am



ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ:

Η ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ


"Ξημερώνοντας τ' Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ' αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ' τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ' ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ' την κούραση ανυπόφερτο.

Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το 'χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους - ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ' άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να 'ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ' όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που 'χαν λευκάνει απ' τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του '97 ή του '12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ' τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.

Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα - έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ' αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά,ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων.

Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν' απαντούμε απ' τ' άλλο μέρος να' ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα.

Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου»,«οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που 'λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτο-βολίδες."
avatar
Admin
Admin

Αριθμός μηνυμάτων : 318
Ημερομηνία εγγραφής : 26/09/2009

Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://dwdekato.forumgreek.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης